Η Κάσος, το νοτιότερο και πλησιέστερο προς την Κρήτη νησί της Δωδεκανήσου, αποτελεί ουσιαστικά τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας ανάμεσα στη Μικρά Ασία και την Κρήτη. Η θέση της αυτή καθόρισε όλη της την ιστορία: ένα μικρό, άγονο νησί που στράφηκε στη θάλασσα και έγινε μεγάλη ναυτική δύναμη.
Αρχαιότητα
Τα πρωιμότερα ίχνη κατοίκησης χρονολογούνται στην Ύστερη Νεολιθική και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (4η–3η χιλιετία π.Χ.). Στη Μέση και την αρχή της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (έως περίπου το 1450 π.Χ.) υπάρχουν ενδείξεις μόνιμης εγκατάστασης με έντονα μινωικά χαρακτηριστικά, στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού, γύρω από τον ασφαλή κόλπο του Χέλατρου. Στη μυκηναϊκή περίοδο το κέντρο μεταφέρεται βόρεια, στη φυσικά οχυρή θέση Πόλι.
Ο Όμηρος, στη ραψωδία Β της Ιλιάδας, αναφέρει την Κάσο να μετέχει — μαζί με άλλα νησιά της Δωδεκανήσου — στον Τρωικό πόλεμο. Κατά τους ιστορικούς χρόνους η αρχαία πρωτεύουσα, ομώνυμη του νησιού σύμφωνα με τον Στράβωνα, παρέμεινε στην περιοχή Πόλι, γύρω από το ύψωμα της μυκηναϊκής ακρόπολης. Η κεραμική της θέσης μαρτυρεί συνεχή κατοίκηση από τη Νεολιθική ως την παλαιοχριστιανική περίοδο.
Οι Κάσιοι εμφανίζονται για πρώτη φορά στους φορολογικούς καταλόγους της Αθηναϊκής Συμμαχίας τον 5ο αι. π.Χ. Στους ελληνιστικούς χρόνους το νησί ήταν ανεξάρτητο: το 275/4 π.Χ. Κάσιοι θεωροί μαρτυρούνται στη Δήλο, μέσα στον κατάλογο των ανεξάρτητων πόλεων μαζί με τη Ρόδο. Αργότερα, στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ., η Κάσος εντάχθηκε στο ροδιακό κράτος και χρησιμοποιούσε το ροδιακό νόμισμα, καθώς δεν έκοψε δικό της.
Ρωμαϊκοί & παλαιοχριστιανικοί χρόνοι
Στη ρωμαϊκή και την παλαιοχριστιανική περίοδο η κύρια εγκατάσταση μεταφέρθηκε στην παραλία γύρω από τον όρμο του Εμπορειού, όπου εντοπίστηκαν ίχνη δύο παλαιοχριστιανικών βασιλικών. Δύο ακόμη βρίσκονται στη θέση Μαρίτσα, ανατολικά, και μία πέμπτη στην περιοχή της Παναγίας. Τα μεγάλα, πολυτελή δημόσια κτίρια μαρτυρούν την οικονομική ακμή του νησιού εκείνη την εποχή.
Κατά τη διοικητική διαίρεση επί Διοκλητιανού (284–305), η Κάσος υπήχθη σε επαρχία με έδρα τη Ρόδο. Στη συνέχεια, με τη διαίρεση του Βυζαντινού κράτους σε θέματα, αποχωρίστηκε από το θέμα των Κιβυρραιωτών και εντάχθηκε στο θέμα της Κρήτης. Για τη βυζαντινή και μεσαιωνική περίοδο οι πληροφορίες μας είναι ελάχιστες.
Ενετοί & Οθωμανοί
Το 1207 το νησί καταλαμβάνεται από τους Ενετούς της Κρήτης. Το 1311 οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη επιχειρούν να το κατακτήσουν, αλλά μετά από μεσολάβηση του Πάπα η Κάσος και η Κάρπαθος επιστρέφουν, το 1315, στους Ενετούς της Κρήτης — έως το 1537, οπότε περνούν στους Οθωμανούς. Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής παραχώρησε στους Κάσιους την αυτοδιοίκησή τους, έναντι ετήσιου φόρου (μακτού) 1.000 γροσίων.
Περιηγητές του 16ου αιώνα αναφέρουν την Κάσο ως ερημονήσι. Ξανακατοικήθηκε όμως — όπως αποδεικνύουν πατριαρχικά έγγραφα του 1622. Οι νέοι οικισμοί, το Αρβανιτοχώρι και η Αγία Μαρίνα, χτίστηκαν μακριά από τη θάλασσα, από φόβο των πειρατών που λυμαίνονταν τα νησιά για αιώνες, ενώ επιβίωσε και ο οικισμός γύρω από την ακρόπολη στο Πόλι.
Το Ολοκαύτωμα του 1824
Από τα ναπολεόντεια χρόνια οι Κασιώτες ρίχτηκαν στη θάλασσα: έγιναν καραβοκύρηδες, ανέπτυξαν εμπόριο με την Αλεξάνδρεια και πλούτισαν. Η Κάσος έγινε περιώνυμη ναυτική δύναμη. Στον ξεσηκωμό του 1821 το νησί διέθετε στόλο περίπου 100 καλά εξοπλισμένων καραβιών· οι Κασιώτες ύψωσαν επαναστατικές σημαίες, χτυπούσαν τα οθωμανικά πλοία και έγιναν καταφύγιο για αμάχους Κρητικούς — μετέφεραν μάλιστα 600 Κρητικούς υπό τον Δημ. Κουρμούλη και τον Αστρινό.
Καθώς οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, το νησί έγινε στόχος. Στις 18 Ιανουαρίου 1824 μοίρα 14 αιγυπτιακών πολεμικών βομβάρδισε την Κάσο, αλλά οι κάτοικοι απάντησαν με ισχυρά πυρά. Οι εκκλήσεις τους προς την ελληνική κυβέρνηση έμειναν αναπάντητες.
Στις 14 Μαΐου 1824 εμφανίστηκε αιγυπτιακή μοίρα· τοποθετήθηκαν πυροβόλα στις παραλίες και Κρητικοί και Κασιώτες πήραν θέσεις μάχης. Στις 27 Μαΐου έφτασε ο υπόλοιπος στόλος υπό τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ — 25 πολεμικά, περίπου 40 μεταγωγικά και 4.000 στρατιώτες. Επί τρεις ημέρες το νησί δεχόταν φωτιά και αντιστεκόταν.
Τελικά, ένα αφύλακτο μονοπάτι επέτρεψε στους εισβολείς να βρεθούν στα νώτα των υπερασπιστών. Πολλοί Κρητικοί φυγαδεύτηκαν, αλλά η Κάσος παραδόθηκε στις φλόγες: περίπου χίλιοι Κασιώτες σκοτώθηκαν, ενώ γυναικόπαιδα σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Η καταστροφή αυτή τιμάται κάθε χρόνο, στις 7 Ιουνίου, με τριήμερες εκδηλώσεις μνήμης.
Από εκείνη τη θυσία το νησί φέρει τον τίτλο «Ηρωική Νήσος Κάσος».
Νεότερη ιστορία
Η νεότερη ιστορία της Κάσου είναι μια εναλλαγή ακμής και καταστροφής — με τη ναυτιλία να βρίσκεται πάντα στο κέντρο της.